Πέμπτη, 13 Οκτωβρίου 2011

Το εργασιακό περιβάλλον σε περίοδο κρίσης (*)

(*) Η ομιλία μου στην εσπερίδα που πραγματοποιήθηκε την Πέμπτη, 13 Οκτωβρίου 2011, στην ΕΕΔΕ από το Ελληνικό Ινστιτούτο Πληροφορικής και Επικοινωνιών στη θεματική ενότητα «Το Εργασιακό περιβάλλον σε περίοδο κρίσης. Η ελληνική και διεθνής πραγματικότητα»

Στην ομιλία μου  αναφέρθηκα στις τρεις βασικές προκλήσεις της εποχής, την αποκατάσταση υγιών και βιώσιμων ρυθμών ανάπτυξης, τη δημιουργία θέσεων απασχόλησης και τη διατήρηση της κοινωνικής συνοχής. Συνέδεσα και ανέδειξα τα μειονεκτήματα της ευρείας χρήσης των ελαστικών μορφών εργασίας, της αδήλωτης εργασίας και των «εκπτώσεων» σε θέματα ασφάλειας και υγείας στην εργασία και τόνισα τη σημασία του κοινωνικού διαλόγου και της συλλογικής εκπροσώπησης των εργαζομένων. Τέλος, επιβεβαίωσα για μία ακόμη φορά την ενεργό συμμετοχή του ΣΕΠΕ στην εξυγίανση της αγοράς εργασίας.

Ακολουθεί το πλήρες κείμενο της ομιλίας:
Αγαπητοί Συμμετέχοντες,
Είθισται στην αρχή κάθε ομιλίας να απευθυνόμαστε στους διοργανωτές της εκάστοτε εκδήλωσης προκειμένου να τους ευχαριστήσουμε και να τους συγχαρούμε για την πρωτοβουλία. Αποτελεί έναν θα έλεγα κανόνα αβρότητας, που, ωστόσο, στην προκείμενη περίπτωση αποτελεί την απόλυτη αλήθεια. Διότι τόσο το θέμα όσο και –κυρίως- η χρονική στιγμή του συνεδρίου βρίσκονται στην καρδιά των ραγδαίων εξελίξεων που συντελούνται στη χώρα μας και είναι μια άριστη ευκαιρία να τεθούν ερωτήματα, να ασκηθούν κριτικές και αυτοκριτικές, να ειπωθούν αλήθειες και τελικά να προσπαθήσουμε μέσα από μια ενοποίηση των κοινωνικών κυττάρων να κατανοήσουμε τι συμβαίνει, γιατί συμβαίνει, τι ακολουθεί και πως πρέπει να το διαχειριστούμε όλο αυτό σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο. Θεωρώ ότι είναι η καίρια εποχή για να βρεθούμε στο εμείς, το εμείς του Μακρυγιάννη και να παλέψουμε, ένας για όλους και όλοι για έναν, μια μάχη αναλογική των δυνατοτήτων του καθενός, για να ορθοποδήσουμε, όλοι μαζί.

Καλούμενος να μιλήσω ως Ειδικός Γραμματέας του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας για το εργασιακό περιβάλλον σε περίοδο κρίσης οφείλω να ξεκινήσω από τη βάση. Και η βάση είναι μία και είναι, πρέπει να είναι, αδιαμφισβήτητη.

Η βάση είναι το Σύνταγμά μας που είναι ο υπέρτατος ρυθμιστής όλων των παραμέτρων στην ελληνική έννομη τάξη. Άρθρο 22 του Συντάγματος. Το δικαίωμα στην εργασία:

«1. H εργασία αποτελεί δικαίωμα και προστατεύεται από το Kράτος, που μεριμνά για τη δημιουργία συνθηκών απασχόλησης όλων των πολιτών και για την ηθική και υλική εξύψωση του εργαζόμενου αγροτικού και αστικού πληθυσμού.

Όλοι οι εργαζόμενοι, ανεξάρτητα από φύλο ή άλλη διάκριση, έχουν δικαίωμα ίσης αμοιβής για παρεχόμενη εργασία ίσης αξίας.

2. Mε νόμο καθορίζονται οι γενικοί όροι εργασίας, που συμπληρώνονται από τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας συναπτόμενες με ελεύθερες διαπραγματεύσεις και, αν αυτές αποτύχουν, με τους κανόνες που θέτει η διαιτησία.

3. Νόμος ορίζει τα σχετικά με τη σύναψη συλλογικών συμβάσεων εργασίας από τους δημόσιους υπαλλήλους και τους υπαλλήλους οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης ή άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου.

4. Οποιαδήποτε μορφή αναγκαστικής εργασίας απαγορεύεται. Ειδικοί νόμοι ρυθμίζουν τα σχετικά με την επίταξη προσωπικών υπηρεσιών σε περίπτωση πολέμου ή επιστράτευσης ή για την αντιμετώπιση αναγκών της άμυνας της Xώρας ή επείγουσας κοινωνικής ανάγκης από θεομηνία ή ανάγκης που μπορεί να θέσει σε κίνδυνο τη δημόσια υγεία, καθώς και τα σχετικά με την προσφορά προσωπικής εργασίας στους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης για την ικανοποίηση τοπικών αναγκών.

5. Το Kράτος μεριμνά για την κοινωνική ασφάλιση των εργαζομένων, όπως νόμος ορίζει.»

Εδώ έπρεπε να αρχίζουν και να τελειώνουν όλα!

Ωστόσο, η πραγματικότητα είναι διαφορετική. Η κρίση, η βαθύτατη κρίση, είναι μια υπαρκτή πραγματικότητα, η οποία έχει αγγίξει όλες τις πτυχές, όλες τις δομές, όλες τις συνιστώσες που διαμορφώνουν το ιστορικό σήμερα στη χώρα μας. Αυτό που σε κάθε περίπτωση θα πρέπει να αποφύγουμε είναι ο στρουθοκαμηλισμός, το να κρύψουμε το πρόβλημα, να αγνοήσουμε την αλήθεια, να εξωραΐσουμε καταστάσεις και να εθελοτυφλήσουμε. Πρέπει να δούμε το σήμερα όπως είναι ώστε να αποφασίσουμε και να δουλέψουμε για το αύριο που θέλουμε. Σίγουρα το να προσπαθήσουμε να δείξουμε το άσπρο μαύρο, αλλά και το αντίθετο, δεν είναι ο δρόμος που θα μας οδηγήσει εκτός του αδιεξόδου.

Μέσα στην κρίση το ζητούμενο για την αγορά εργασίας εστιάζεται σε τρεις βασικές προκλήσεις:
]την αποκατάσταση υγιών και βιώσιμων ρυθμών ανάπτυξης, τη δημιουργία θέσεων απασχόλησης και τη διατήρηση της κοινωνικής συνοχής. Η υγιής ανταγωνιστικότητα και η στήριξη της ιδιωτικής πρωτοβουλίας είναι ένα διαχρονικό ζητούμενο, το οποίο σαφέστατα εν μέσω κρίσης αποκτά πολλαπλασιαστική αξία. Η δημιουργία θέσεων εργασίας μπορεί να προκύψει μέσα από μια υγιή επιχειρηματική δραστηριότητα. Σήμερα, ωστόσο, με τα υπάρχοντα δεδομένα φαίνεται να επικυριαρχεί των πάντων η ανεργία, η οποία λειτουργεί ως ισχυρός παράγοντας πίεσης, καθορίζοντας και αυτή ακόμη τη διαμόρφωση του εργασιακού περιβάλλοντος. Διότι η ανασφάλεια και οι αντικειμενικές δυσκολίες που προκαλεί η ανεργία συμπαρασύρουν μοιραία σε μια έκπτωση από πλευράς εργαζομένων του διεκδικητικού τους πλαισίου. Με άλλα λόγια φαίνεται η μάστιγα της ανεργίας να λειτουργεί ως εξαιρετικό διαπραγματευτικό χαρτί στα χέρια των ισχυρών που σε αυτή την περίπτωση είναι οι παρέχοντες εργασία.

Έτσι, βλέπουμε ότι όλο και περισσότερες επιχειρήσεις επιλέγουν και όλο και περισσότεροι εργαζόμενοι αποδέχονται να ενεργοποιήσουν τις δυνατότητες που έχουν πλέον από τη νομοθεσία και να στραφούν στις νέες ευέλικτες μορφές εργασίας. Σε αυτό το σημείο οφείλω να ξεκαθαρίσω το εξής: Δεν θεωρώ ότι πάσχει η νομοθετική κατεύθυνση με θέσπιση νόμων που φαίνονται φιλοεργοδοτικοί, αλλά στην ουσία στοχεύουν στην διάνοιξη δυνατοτήτων. Εξάλλου δεν πρόκειται – και αναφέρομαι στις ευέλικτες μορφές εργασίας- σε ένα μόρφωμα που εφευρέθηκε ειδικά για την κρίση και ειδικά για την Ελλάδα. Είναι μια προοπτική που έχει δοθεί τις τελευταίες δεκαετίες σε διεθνές επίπεδο και εφαρμόζεται κατά κόρον στο εξωτερικό, και βεβαίως στις προηγμένες χώρες.

Θεωρώ ότι το πρόβλημα έγκειται στη σύνδεση αυτών των μορφών εργασίας με την κρίση και στην χρήση τους σε μια εκτενή κλίμακα. Η αλόγιστη ενεργοποίηση δυνατοτήτων που θα έπρεπε ο εργοδοτικός κόσμος να τις αντιμετωπίσει ως μια εναλλακτική προοπτική και να τις χειριστεί ως ύστατη λύση και όχι ως μια ευκαιρία της στιγμής που δράττει με περισσή ευκολία είναι η ουσία του προβλήματος. Έχω επανειλημμένως πει δημοσίως ότι τη τελική αξία και αξιολόγηση των νόμων την κάνουν οι ίδιοι οι πολίτες με τον τρόπο που θα σταθούν απέναντι στην κάθε διάταξη, θα την αφομοιώσουν, θα την προσαρμόσουν στη λαϊκή πραγματικότητα ή και ενίοτε θα την θέσουν σε αχρησία.

Η κάθε αλλαγή αν δεν ειδωθεί από όλους μέσα σε ένα στοχευμένο κτίσιμο ενός στέρεου μέλλοντος, αλλά εστιάσει εφαρμοστικά στο σημερινό πρόσκαιρο όφελος θα αποβεί μοιραία για το συνολικό αύριο και θα συμπαρασύρει όλους στη συνεχόμενη διολίσθηση.

Σύμφωνα με τα τηρούμενα από το Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας στοιχεία, όπως αυτά προκύπτουν από τη στατιστική ανάλυσή τους
Πίνακας I : Ποσοστό συμμετοχής είδους σύμβασης εργασίας στο σύνολο των νέων συμβάσεων που κατατέθηκαν
                                                                              2009     2010       2011 (α' 7μηνο)
1. Συμβάσεις εργασίας πλήρους απασχόλησης    79,0%  66,9%     59,43%

2. Συμβάσεις εργασίας μερικής απασχόλησης     16,7%  26,1%     32,42%

3. Συμβάσεις εκ περιτροπής εργασίας                  4,3%    6,9%       8,15%

έχουμε μια εντυπωσιακή στροφή προς τις ευέλικτες μορφές εργασίας, η οποία αποδίδει και μια ανάλογη μείωση μισθών. Η τάση αυτή σε συνδυασμό με ένα νομοθετικό πλαίσιο που μεταρρυθμίζεται συμπιεζούμενο σε ένα ιστορικό τώρα με τις συγκεκριμένες ιδιαιτερότητες έχει δημιουργήσει μία ρευστότητα η οποία απεικονίζεται και στο ελεγκτικό έργο της Επιθεώρησης Εργασίας, καθώς οι επιθεωρητές έρχονται σε επαφή καθημερινά με μια αγορά εργασίας που προσπαθεί να βρει το βηματισμό της μέσα σε ένα διαρκώς μεταβαλλόμενο πλαίσιο και με κάποιους να επωφελούνται του όλου σκηνικού και ενώ έχουν διάφορες εναλλακτικές νόμιμες λύσεις να επιμένουν να κινούνται στο χώρο εκτός του χώρου της εργατικής νομοθεσίας.

Ωστόσο αν θέλουμε να αποκτήσουμε μακροχρόνιες προοπτικές ανάπτυξης θα πρέπει να εστιάσουμε ιδιαίτερα στην αγορά εργασίας και την εξυγίανσή της, η οποία μπορεί να προέλθει από το συνδυασμό των νομοθετικών πρωτοβουλιών και την ουσιαστική ενίσχυση του ΣΕΠΕ που έχει να επιτελέσει ένα πολυσύνθετο ρόλο, ελεγκτικό, συμβουλευτικό, συμφιλιωτικό. Κρίνω ότι η συμμετοχή και η απασχόληση στην αγορά εργασίας και η παραγωγικότητα είναι ο συνδετικός κρίκος μεταξύ αγοράς εργασίας και μακροχρόνιων προοπτικών ανάπτυξης .

Δυστυχώς, όσον αφορά τα μεγέθη αυτά η ελληνική αγορά εργασίας υστερεί. Το ποσοστό συμμετοχής του πληθυσμού 15-64 ετών στην αγορά εργασίας ήταν πέρσι –πριν δηλαδή αρχίσει και η μεγάλη διόγκωση του προβλήματος- περίπου 68%, όταν στη ζώνη του ευρώ είναι 71,5%, και το ποσοστό απασχόλησης ήταν μέχρι πέρσι περίπου 62%, έναντι 65% στη ζώνη του ευρώ. Ιδιαίτερη υστέρηση σημειώνεται στα ποσοστά απασχόλησης των γυναικών και των νέων. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο και με μια οικονομική κρίση αδυσώπητη αυτό που αναδεικνύεται ως πρώτο ζητούμενο είναι η βελτίωση του επιπέδου ανταγωνιστικότητας και η μείωση της ανεργίας. Η στρατηγική αυτή δομήθηκε πάνω σε ένα πλαίσιο ελαστικοποίησης των εργασιακών σχέσεων και μειώσεως των δαπανών για την εργασία. Δεν γνωρίζω όμως το κατά πόσο μπορέσαμε να υπολογίσουμε τον παράγοντα της γενικευμένης ανασφάλειας και πως δρα αυτός καταλυτικά στο όλο σύστημα, οδηγώντας ενδεχομένως και σε αντίθετα αποτελέσματα. Η απορρύθμιση των εργασιακών σχέσεων είναι ένα σκόπελος που θα πρέπει να αποφευχθεί.

Και παράλληλα θα πρέπει να προσεχθεί ιδιαίτερα η άλλη μεγάλη πληγή του εργασιακού χώρου, η προστασία της ασφάλειας και της υγείας.

Διότι μετά λύπης θα πω ότι η εστίαση σε θέματα μισθών, ωραρίων, απολύσεων, διευθετήσεων κλπ που άπτονται της ανάγκης του εργαζομένου για καθημερινή επιβίωση του ίδιου και της οικογενείας του έχει προκαλέσει την περιθωριοποίηση της συζητήσεως και της διεκδικήσεως καλύτερων όρων για την ασφάλεια και την υγεία στην εργασία.

Δεν θα συνέβαινε όμως το ίδιο αν είχαμε όλοι την ευκαιρία να διαβάσουμε αποσπάσματα από την έκθεση της ILO για την ασφάλεια και την υγεία όπως το ακόλουθο: «Κάθε 15 δευτερόλεπτα ένας εργαζόμενος χάνει τη ζωή του εξαιτίας ενός εργατικού ατυχήματος ή μιας επαγγελματικής ασθένειας. Κάθε 15 δευτερόλεπτα 160 εργαζόμενοι παθαίνουν εργατικό ατύχημα. Τι σημαίνει όμως αυτό; Σημαίνει ότι μέχρι τέλος της ημέρας σχεδόν 1 εκατομμύριο εργαζόμενοι θα πάθουν εργατικό ατύχημα. Σημαίνει ότι μέχρι το τέλος της ημέρας περίπου 5.500 εργαζόμενοι θα χάσουν τη ζωή τους εξαιτίας ενός ατυχήματος ή μιας ασθένειας που οφείλεται στην εργασία τους! Αρκεί να φανταστεί κανείς τους τίτλους των ειδήσεων, εάν 5.500 άνθρωποι σκοτώνονταν κάθε μέρα σε αεροπορικά δυστυχήματα!»

Είναι σαφές ότι δε δικαιούμαστε ούτε ως Πολιτεία ούτε ως πολίτες να αγνοήσουμε αυτή την παράμετρο. Μια παράμετρο που συνδέεται άμεσα με τους όρους εργασίας και φυσικά τη δυνατότητα διαπραγμάτευσης. Η νέα στροφή στο επίπεδο των συλλογικών συμβάσεων που ισχυροποιεί τις επιχειρησιακές συμβάσεις, πάντοτε υπό τη σκέπη των Ε.Γ.Σ.Σ.Ε., θα μπορούσε να λειτουργήσει και θετικά καθώς η αναγνώριση του προβλήματος από τους ίδιους τους εμπλεκόμενους σε κάθε επιχείρηση θα μπορούσε να λειτουργήσει προστατευτικά απέναντί τους. Όμως χρειάζεται όλο αυτό μια υποστήριξη από το σύνολο των εμπλεκομένων, Πολιτεία, εργοδότες, εργαζόμενοι προκειμένου ως δυνατότητα να σταθεί στο ύψος των περιστάσεων.

Σε κάθε περίπτωση να αναφέρω ότι στη χώρα μας έχουν αναγγελθεί φέτος λιγότερα θανατηφόρα εργατικά ατυχήματα σε σχέση με τα προηγούμενα έτη της τελευταίας δεκαετίας. Οφείλω να συγχαρώ δε σε αυτό το σημείο, δραττόμενος από την αμεσότητα που επιλαμβάνονται οι επιθεωρητές μας την αυτοψία των θανατηφόρων ατυχημάτων. Η συντριπτική πλειοψηφία των επιθεωρητών εργασίας, κοινωνικών και τεχνικών, συνδράμουν καταλυτικά με το έργο τους στην προσπάθεια που κάνουμε να καταστήσουμε το ΣΕΠΕ φύλακα άγγελο της αγοράς εργασίας.

Για να επανέλθω όμως στο θέμα θα ήθελα να τονίσω ότι η κρίση και οι συνέπειές της είναι ένα διεθνές πρόβλημα και δεν αφορά αποκλειστικά στη χώρα μας. Οι ευρωπαϊκές χώρες, στο σύνολό τους βιώνουν με έντονο τρόπο τις συνέπειες της κρίσης, χωρίς, βεβαίως το βάρος των παρενεργειών της να εκδηλώνεται σε όλες με την ίδια ένταση και τους ίδιους όρους. Μηχανισμοί στήριξης έχουν ενεργοποιηθεί να θυμίσω και σε Ουγγαρία, Εσθονία, Λετονία, Ρουμανία, Ιρλανδία, Πορτογαλία. Η ανεργία αυξάνεται με υψηλούς ρυθμούς και πανευρωπαϊκά και παρουσιάζει μεγέθη που υπερβαίνουν τους υψηλότερους δείκτες των δύο τελευταίων δεκαετιών που συνοδεύονται με επιτάχυνση των ανοδικών ρυθμών ανεργίας. Κοινός παρανομαστής στα μέτρα που λαμβάνονται είναι η μείωση των δαπανών για την εργασία και η περαιτέρω ανάπτυξη του φάσματος των ευελιξιών ενώ σε πολλές χώρες οι αλλαγές στις εργασιακές σχέσεις είναι γενικευμένες όπως στην Πορτογαλία με την δημιουργία ενός νέου κώδικα εργασίας.

Καθοριστικής σημασίας ρόλο έχει για κάθε χώρα το αντιπροσωπευτικό σύστημα των εργαζομένων καθώς υπάρχουν ποικίλες διακυμάνσεις.

Έτσι λοιπόν υπάρχουν χώρες όπου οι συλλογικές συμβάσεις είναι δυνατόν να καλύπτουν το 100% των εργαζομένων όπως στην περίπτωση της Ελλάδας με την εθνική γενική ΣΣΕ, ενώ σε ορισμένες άλλες οι κλαδικές ΣΣΕ καλύπτουν άνω του 80% των εργαζομένων (π.χ. Φινλανδία, Δανία). Στον αντίποδα υπάρχει μια δέσμη χωρών, κυρίως όσων εντάχθηκαν σχετικά πρόσφατα στην Ένωση, που το ποσοστό κάλυψης από τις ΣΣΕ είναι αρκετά χαμηλό (π.χ. 33% στην Ουγγαρία, 25% στην Βουλγαρία, 20% στη Λετονία). Η εικόνα αυτή αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα σε μια περίοδο έντασης της κρίσης όταν μάλιστα σε ορισμένες χώρες παρατηρείται και η σημαντική μείωση των υπογραφόμενων ΣΣΕ, όπως ενδεικτικά συμβαίνει στην Πορτογαλία όπου οι ΣΣΕ που συνάπτονται μειώνονται κατά 45% κατά την περίοδο της κρίσης. Θεωρώ, ωστόσο, ότι η οικονομική εικόνα των χωρών που δεν καλύπτονται επαρκώς από ΣΣΕ, είναι άκρως διδακτική ως αποφευκτέα πρακτική και θα πρέπει να συνυπολογίζεται σε κάθε συζήτηση που αφορά στις συλλογικές συμβάσεις εργασίας.

Στη χώρα μας οι εξελίξεις σε όλα αυτά τα θέματα είναι ραγδαίες καθώς προφανώς υπήρχε μια άσχημη προλείανση του εδάφους. Δυστυχώς το 2009 σημαδεύεται α) από αύξηση των ποσοστών ανεργίας, β) από συρρίκνωση πολλών κλάδων οικονομικής δραστηριότητας όπως ιδίως ο τουρισμός, οι κατασκευές και η μεταποίηση και γ) από την παύση λειτουργίας πολλών επιχειρήσεων. Κατά την διάρκεια του 2009, ο ρυθμός αύξησης του ΑΕΠ είναι αρνητικός (-1%), η ανεργία εκτινάσσεται πάνω από το 9%, επιπλέον 92.000 άτομα χάνουν την εργασία τους, κυρίως πλήρους και σταθερής απασχόλησης. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Έρευνας Εργατικού Δυναμικού (Β τρίμηνο) οι άνεργοι ανέρχονται σε 442.000 άτομα.

Εάν δε, επαληθευθούν οι προβλέψεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής το ποσοστό ανεργίας στην Ελλάδα το 2011 θα φθάσει στο υψηλότερο σημείο της πεντηκονταετίας.

Με σκοπό να καταπολεμηθεί η ανεργία προχώρησε μία σειρά μεταρρυθμίσεων των εργασιακών σχέσεων. Ωστόσο η κρίση φαίνεται βαθύτερη και η ύφεση και η ανασφάλεια έχει επικρατήσει και στον εργασιακό χώρο. Η αδήλωτη εργασία φαίνεται να αποκτά έδαφος και τουλάχιστον για εμάς αυτή τη στιγμή αποτελεί το νούμερο ένα εχθρό, καθώς βλέπουμε ολοένα και μεγαλύτερο κομμάτι του εργατικού δυναμικού να απεμπολεί των εργασιακών και ασφαλιστικών του δικαιωμάτων, να μην ενδιαφέρεται για τους όρους ασφάλειας και υγείας και να συμβιβάζεται στην μαύρη εργασία προκειμένου να διασφαλίσει τα προς το ζην.

Πρόκειται επίσης για ένα παγκόσμιο φαινόμενο καθώς σύμφωνα με στοιχεία του ΟΟΣΑ περίπου 1,8 δις άνθρωποι που αντιπροσωπεύουν περισσότερο από το μισό του Παγκόσμιου Εργατικού Δυναμικού βρίσκονται σε επισφαλή εργασιακή θέση. Το στοχευμένο ελεγκτικό έργο του ΣΕΠΕ έχει επικεντρωθεί, με όλες του τις δυνάμεις, στην καταπολέμηση αυτού του φαινομένου που συμπαρασύρει κάθε εργασιακό κεκτημένο αλλάζοντας σε συνδυασμό με την οικονομική κρίση τις προσδοκίες των εργαζομένων.

Σύμφωνα πάντως με μια σχετική έρευνα της Adecco Ελλάδας, προκύπτει ότι η αίσθηση ασφάλειας και σταθερότητας αποτελεί το σημαντικότερο χαρακτηριστικό που αναζητά από την εργασία του το 32% των συμμετεχόντων, ενώ μόνον το 4% όρισαν ως σημαντικό χαρακτηριστικό τις οικονομικές απολαβές. Είμαστε δηλαδή στη φάση του ας έχω μια δουλίτσα και ας παίρνω ότι μου δίνουν με ότι συνθήκες υπάρχουν. Είναι σαφές ότι έχουν αλλάξει τα δεδομένα για τους εργαζομένους οι οποίοι πριν από δύο χρόνια δεν θα περίμεναν με τίποτα ότι θα τους ανακοίνωναν μείωση μισθού και αύξηση ωρών εργασίας και θα ήταν ικανοποιημένοι καθώς δεν απολύθηκαν ή δεν έβαλε λουκέτο η επιχείρησή τους. Δυστυχώς μιλάμε για μια νέα εποχή που αφορά όχι μόνο την Ελλάδα, αλλά και γενικότερα τις χώρες της Νότιας Ευρώπης και για όλες εν τέλει τις χώρες του ΟΟΣΑ.

Μέσα σε όλο αυτό το πλαίσιο - και σε όλο το υπόλοιπο που δεν γίνεται να εκτεθεί στο πλαίσιο της παρούσας ομιλίας - υπεισέρχεται φυσικά και ο ανθρώπινος παράγοντας.

Τα δύο άμεσα εμπλεκόμενα κοινωνικά υποσύνολα – οι εργοδότες και οι εργαζόμενοι- είναι αυτοί που με τη στάση τους θα καθορίσουν την εξελικτική πορεία των εργασιακών σχέσεων στη χώρα μας.

Ο εργοδότης μπορεί όντως να αντιληφθεί όλες τις αλλαγές ως μια ευκαιρία να έχει ένα μη αναμενόμενο μέχρι πρότινος οικονομικό όφελος στηριζόμενο σε έναν απορρυθμισμένο εργασιακό χάρτη και να κάνει αφείδωλη και καταχρηστική άσκηση όλων των δυνατοτήτων που του παρέχονται πλέον και νομοθετικά, αλλά ακόμα και να θεωρήσει ότι μέσα σε αυτή τη δύσκολη κατάσταση θα μπορέσει ακόμα πιο άνετα και ανεξέλεγκτα να καταπατήσει κάθε εργασιακή και ασφαλιστική νομοθεσία. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι η εργοδοτική πλευρά μπορεί να αισθανθεί ότι βρίσκεται στη θέση του ισχυρού. Ωστόσο, τα πράγματα δεν είναι έτσι. Η υγιής επιχειρηματικότητα αναγνωρίζει τις πραγματικές ευκαιρίες ανάπτυξης της ανταγωνιστικότητας και η ίδια γνωρίζει ότι η προσπάθεια παρέλκυσης των διευκολύνσεων σε κανόνα θα αποβεί τελικά καταστροφική για το σύνολο της ελληνικής οικονομίας συμπαρασύροντας έτσι στο χάος και τις πιο υγιείς επιχειρήσεις. Διότι αν επιχειρηθεί η κερδοσκοπία εις βάρος του εργατικού δυναμικού είναι εύκολο να οδηγηθούμε σε πτώση της παραγωγικότητας, σε μη ποιοτικό αποτέλεσμα, αλλά και σε αποδόμηση του αγοραστικού δυναμικού της χώρας, κάτι που θα επιστρέψει εν ευθέτω χρόνω στους ίδιους τους επιχειρηματίες. Εξ αυτού του λόγου θέλω να πιστεύω ότι η εργοδοτική πλευρά, που αποτελεί βασικό κορμό της κοινωνίας, θα σταθεί πολύ ώριμα απέναντι στις συντελούμενες αλλαγές και θα ενεργοποιήσει το τόσο – όσο, έτσι ώστε να αποδείξει και η ίδια ότι η δαιμονοποίηση κάποιων εκ των αλλαγών ήταν περιττή, καθώς τελικά επρόκειτο για χρηστικά εργαλεία χρησιμοποιούμενα κατά περίσταση και όχι για γενικευμένη χρήση.

Σε παράλληλη τροχιά οι εργαζόμενοι που βλέπουν να μεταβάλλεται ο εργασιακός χάρτης όπως τον είχαν γνωρίσει θα πρέπει να σταθούν με πνεύμα ομονοίας και με οξυμένη εργασιακή και ασφαλιστική συνείδηση απέναντι σε κάθε προσπάθεια που πλήττει τα δικαιώματά τους. Σημαντικό ρόλο εδώ έχει να παίξει η συλλογική εκπροσώπηση των εργαζομένων, η οποία, διερχόμενη και αυτή από ένα στάδιο αυτοκριτικής, το οποίο όλοι οφείλουμε να περάσουμε, μπορεί να αποτελέσει ένα ανάχωμα σε κάθε προσπάθεια εργοδοτικής αυθαιρεσίας.

Φυσικά σε όλο αυτό η Πολιτεία δεν μπορεί να είναι απούσα. Τουλάχιστον κατά το μέρος που μπορώ να εγγυηθώ, το Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας, παρά τα πολλά και ποικίλα προβλήματα που αντιμετωπίζει, με περιορισμένο προϋπολογισμένο και μια σημαντική αποστελέχωση να αναχαιτίζει το έργο του θα βρίσκεται πάντα σε έναν διαρκή αγώνα για να στηρίξει τους εργαζόμενους, αλλά και τους εργοδότες, που θέλουμε να πιστεύουμε ότι στην πλειοψηφία τους, σκέπτονται και πράττουν μέσα στα νομικά, αλλά και κοινωνικά πλαίσια.

Ολοκληρώνοντας την εισήγησή μου οφείλω να τοποθετηθώ υπέρ ενός συντονισμένου κεντρικού πολιτικού σχεδιασμού που θα εστιάσει στους τρόπους ανάπτυξης, χωρίς προσχώματα που κάνουν την ανάπτυξη να φαντάζει μακρινό όνειρο. Και, βεβαίως, θα πρέπει να αποφύγουμε τα άσχημα παραδείγματα προς μίμηση. Αν δεχθούμε ότι η αγορά εργασίας της Βουλγαρίας για παράδειγμα στηρίζεται στο μικρό μισθολογικό κόστος τότε βλέπουμε ότι τα αποτελέσματα που έχει να επιδείξει δεν είναι θετικά. Ας λάβουμε υπόψη και πρόσφατες μελέτες που έχουν δει το φως της δημοσιότητας και εξετάζουν τις επικείμενες επιπτώσεις που θα προέλθουν κυρίως από την κατάργηση της αρχής της ευνοϊκότερης ρύθμισης και κρούουν έναν κώδωνα κινδύνου που δεν πρέπει να αγνοήσουμε.

Φυσικά εξετάζονται διάφορα σενάρια στα οποία ωστόσο θα πρέπει να προβλέψουμε κατά το δυνατό την εξέλιξη. Για παράδειγμα, στο σενάριο, το σχετικά αισιόδοξο σενάριο, που η μείωση των μισθών στον ιδιωτικό τομέα θα αγγίξει το 10% τότε υπολογίζεται ότι η μισθολογική δαπάνη θα μειωθεί κατά 4,5 δις ευρώ σε ετήσια βάση οδηγώντας σε μείωση 2,09% του ΑΕΠ. Γενικά υπολογίζεται ότι η απότομη μείωση των μισθών στον ιδιωτικό τομέα από 10-30%, θα αφαιρέσει σύμφωνα με υπολογισμούς 4,5-13,5 δις ευρώ από την Ελληνική οικονομία, δηλαδή μείωση κατά 2,09-6,26 τοις εκατό του ΑΕΠ. Επομένως, η ύφεση που προβλέπεται στο προσχέδιο του προϋπολογισμού για το 2012 (-2,5%) θα ξεπεράσει με συντηρητικές εκτιμήσεις το -5%.

Από τα πρόχειρα αυτά στοιχεία προκύπτει ότι η «προφανής» λύση δεν είναι και η ασφαλής λύση, αλλά ενδέχεται να εμπεριέχει μεγαλύτερες προβληματικές που οδηγούν σε ένα φαύλο κύκλο εντός της κρίσης. Θα πρέπει να κάνουμε μια ελάχιστη παύση, ΟΛΟΙ, και να αφουγκραστούμε την πραγματικότητα προκειμένου να αρχίσουμε το κτίσιμο. Ένα κτίσιμο που θα πρέπει να στηθεί σε γερά θεμέλια, θεμέλια αποδεκτά από το σύνολο, ει δυνατόν, του κόσμου.

Θεωρώ ότι αυτή τη στιγμή, ακόμα και εν μέσω κρίσης, ο κοινωνικός διάλογος είναι η μόνη έξοδος διαφυγής και διάνοιξης δρόμου προς τα εμπρός.

Γνωρίζω ότι μπορεί να ακούγομαι αιθεροβάμων όταν η χώρα μοιάζει με πλοίο έτοιμο να βουλιάξει να μιλάω για φουλ τις μηχανές, όμως, ειλικρινά, πιστεύω ότι το ανθρώπινο δυναμικό της χώρας μας είναι ικανό να κάνει τη νέα αρχή που χρειαζόμαστε μέσα σε ένα πλαίσιο κοινωνικής συνοχής που θα απομονώσει τους καιροσκόπους. Θα πρέπει να δούμε τι έφταιξε και να αποφύγουμε τα ίδια λάθη. Θα πρέπει να θυμηθούμε τι σημαίνει επαγγελματικός προσανατολισμός. Θα πρέπει άμεσα να εστιάσουμε στην ανάδειξη και ενίσχυση των συμβουλευτικών υπηρεσιών για την καταπολέμηση της ανεργίας. Θα πρέπει να αποκλείσουμε τις παραβατικές συμπεριφορές και να υιοθετήσουμε ένα νέο μοντέλο σκέψης και αυτοσυνειδησίας, και ως Πολιτεία και ως Πολίτες. Θα πρέπει όλοι μαζί να βάλουμε τα δυνατά μας για να έχουμε ένα πιο ελπιδοφόρο μέλλον. Θα πρέπει να αναλογιστούμε τι μπορούμε να κάνουμε ο καθένας ως μια μονάδα ενός συνόλου. Μπορεί αυτή τη στιγμή κάποιοι να αισθάνονται απογοήτευση, κάποιοι απελπισία, κάποιοι αγανάκτηση. Ωστόσο, δεν αρκεί αυτό. Πρέπει να ονειρευτούμε την αναγέννηση. Και έχοντας ένα όνειρο μπορούμε να παλέψουμε γι’ αυτό.

Κλείνω – και σας ευχαριστώ για το χρόνο σας- ανατρέχοντας στα λόγια του Μακρυγιάννη:

Τούτη την πατρίδα την έχομεν όλοι μαζί, και σοφοί κι αμαθείς, και πλούσιοι και φτωχοί, και πολιτικοί και στρατιωτικοί, και οι πλέον μικρότεροι άνθρωποι. Όσοι αγωνιστήκαμεν, αναλόγως ο καθείς, έχομεν να ζήσομεν εδώ. Το λοιπόν δουλέψαμεν όλοι μαζί να τη φυλάμε κι όλοι μαζί, και να μη λέγει ούτε ο δυνατός “εγώ”, ούτε ο αδύνατος. Ξέρετε πότε να λέγει ο καθείς “εγώ”; όταν αγωνιστεί μόνος του και φκιάσει ή χαλάσει, να λέγει “εγώ”. Όταν όμως αγωνίζονται πολλοί και φκιάνουν, τότε να λέμε “εμείς”. Είμαστε στο “εμείς” κι όχι στο “εγώ”.



Δεν υπάρχουν σχόλια: